Παράνομη χρήση πιστωτικής κάρτας

 

Του Χρήστου Ηλιόπουλου*

 

6-4-2008

 

Οι πιστωτικές κάρτες έχουν γίνει (και στην Ελλάδα πλέον) μέρος της καθημερινής μας ζωής. Χιλιάδες συναλλαγών γίνονται κάθε λεπτό, διά των οποίων πωλούνται προϊόντα ή υπηρεσίες έναντι χρηματικού ποσού, το οποίο όμως δεν καταβάλλεται από τον αγοραστή στον πωλητή τοις μετρητοίς, αλλά με το ειδικό σύστημα πιστώσεως μεταξύ τριών μερών, ήτοι της τράπεζας που έχει εκδώσει την πιστωτική κάρτα, της συμβεβλημένης επιχειρήσεως που πουλάει το προϊόν ή την υπηρεσία και του αγοραστή, κατόχου της κάρτας.

Η τράπεζα εκδίδει την κάρτα στο όνομα ενός πελάτη της, του οποίου τα στοιχεία και την οικονομική κατάσταση έχει εκ των προτέρων ελέγξει. Επιπλέον, η τράπεζα έχει υπογράψει συμβάσεις με διάφορες επιχειρήσεις που πωλούν κυρίως αγαθά, ώστε οι επιχειρήσεις αυτές να πληρώνονται για τα προϊόντα που πωλούν από την τράπεζα, ενώ η τράπεζα μετά από έναν περίπου μήνα εισπράττει το ποσό της πωλήσεως από τον λογαριασμό του κατόχου της κάρτας.

Προβλήματα δημιουργούνται όταν η πιστωτική κάρτα χρησιμοποιείται από κάποιο πρόσωπο παρανόμως, δηλαδή όχι από το νόμιμο κάτοχό της, αλλά από κάποιον άλλον, που εμφανίζεται και προσποιείται ότι είναι το πρόσωπο του οποίου το όνομα αναγράφεται στην κάρτα, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι.

Όταν μία κάρτα κλαπεί, ή με άλλον μη νόμιμο τρόπο βρεθεί στα χέρια ενός μη δικαιούχου, αυτός μπορεί να εμφανισθεί σε διάφορα καταστήματα και να αγοράσει αγαθά και υπηρεσίες, χρεώνοντας τον πραγματικό κάτοχο της κάρτας, που δεν έχει ιδέα για τις αγορές αυτές. Για τον λόγο αυτόν, ο νόμιμος κάτοχος της κάρτας, μόλις αντιληφθεί ότι έχασε την πιστωτική του, πρέπει να ειδοποιήσει πάραυτα το ειδικό τμήμα της τράπεζας που λειτουργεί όλο το 24ωρο, ώστε η κάρτα να ακυρωθεί.

Τί γίνεται όμως εάν πριν ο δικαιούχος αντιληφθεί την απώλεια, η κάρτα χρησιμοποιηθεί σε συναλλαγές; Ποιός ευθύνεται να πληρώσει για αγορές που δεν έκανε ο νόμιμος κάτοχος της πιστωτικής;

Μία παρόμοια υποθεση έφθασε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Ο νόμιμος κάτοχος αντελήφθη στις 7 Απριλίου 2004 ότι είχε χάσει την πιστωτική του και ειδοποίησε την τράπεζα. Όμως στο διάστημα 3 με 5 Απριλίου, η κάρτα είχε προλάβει και χρησιμοποιηθεί από έναν μη νόμιμο κάτοχο. Ο νόμιμος δικαιούχος της κάρτας χρεώθηκε στον λογαριασμό του από την τράπεζα για τις συναλλαγές αυτές.

Ο νόμιμος κάτοχος, επειδή υποχρεώθηκε να πληρώσει στην τράπεζα τις αγορές που έγιναν το διάστημα που αυτός είχε χάσει την κάρτα, άσκησε αγωγή και πήγε στα δικαστήρια τις συμβεβλημένες επιχειρήσεις, δηλ. τα καταστήματα στα οποία η κάρτα είχε παρανόμως χρησιμοποιηθεί, με το σκεπτικό ότι οι υπάλληλοί τους δεν ήλεγξαν επαρκώς το πρόσωπο που έκανε παράνομη χρήση της κλαπείσας πιστωτικής.

Το Ειρηνοδικείο όμως, με την υπ΄αριθ. 4309/2005 απόφασή του, απέριψε την αγωγή με την αιτιολογία ότι οι αγορές έγιναν πριν ο νόμιμος κάτοχος ειδοποιήσει την τράπεζα για την απώλεια, άρα κατά την περίοδο που ήταν ευθύνη του νομίμου κατόχου να λαμβάνει όλα τα μέτρα φύλαξης της κάρτας. Εξάλλου, κατά το δικαστήριο, οι υπάλληλοι των καταστημάτων, όπου χρησιμοποιήθηκε η κάρτα παρανόμως, δεν είχαν την υποχρέωση να ελέγξουν και την ταυτότητα του προσώπου που τους παρουσίασε την κάρτα, διότι δεν είχαν λόγους να υποπτευθούν ότι κάτι παράνομο γίνεται.

Στο σημείο αυτό μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι υπάλληλοι των επιχειρήσεων πρέπει να ελέγχουν την ταυτότητα του κατόχου της κάρτας, διότι είναι πολλές οι περιπτώσεις χρήσεως μίας πιστωτικής από μη δικαιούχο. Αυτός ο μη δικαιούχος μπορεί να είναι κάποιος που έχει κλέψει την κάρτα, κάποιος που την βρήκε πεσμένη στον δρόμο, ή ακόμα και ένα μέλος της οικογενείας του νομίμου κατόχου, π.χ. η σύζυγος ή το παιδί του, που έχει πάρει την κάρτα εν αγνοία του νομίμου κατόχου και προβαίνει σε αγορές που αυτός δεν εγκρίνει.

Η πρακτική που εφαρμόζουν τα περισσότερα καταστήματα στην Ελλάδα είναι να ζητούν αστυνομική ταυτότητα ή διαβατήριο από καθέναν που τους δίνει μία πιστωτική για να πληρώσει κάτι που αγοράζει. Με τον τρόπο αυτόν διασφαλίζονται περισσότερο οι συναλλαγές, διότι πιστοποιείται ότι αυτός που δίνει την κάρτα για να πληρώσει έχει μαζί του ένα νομιμοποιητικό έγγραφο (ταυτότητα ή διαβατήριο), που αποδεικνύει ότι το όνομά του είναι το ίδιο με το όνομα που είναι τυπωμένο στην πιστωτική.    

            *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,

Master of Laws.

e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr