Ετήσια παραγραφή δικαιωμάτων από συναλλαγές στο Χρηματιστήριο Αθηνών

 

Του Χρήστου Ηλιόπουλου*

 

Οι Έλληνες, εντός και εκτός Ελλάδος, έχουν μικρή σχετικώς εμπειρία περί των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Η αγορά και η πώληση μετοχών, καθώς και οι γενικώτερες επενδύσεις σε χρηματιστηριακά προϊόντα είναι σχεδόν άγνωστες στους περισσοτέρους των Ελλήνων. Μόλις προ μίας περίπου δεκαετίας το ευρύτερο κοινό της Ελλάδος άρχισε να ασχολείται με τις επενδύσεις στο Χρηματιστήριο. Η ενασχόληση με την αγορά και πώληση μετοχών από τους Έλληνες δεν έγινε μόνο με καθυστέρηση, εν σχέσει προς τις άλλες ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίας, αλλά έγινε και με τρόπο στρεβλό, υπό συνθήκες που άγγιξαν τα όρια της εξαπάτησης του μέσου πολίτη.

Περί το έτος 1998 ο μέσος Έλλην νόμιζε ότι το χρηματιστήριο ήταν ένα μονίμως κερδοφόρο παίγνιο, το οποίο αποτελούσε ένα, τρόπον τινά, «Ελντοράντο», όπου έβαζες δέκα δραχμές και ακόπως εντός ολίγου χρονικού διαστήματος, το κεφάλαιό σου είχε 50 ή και 100% αύξηση.

Το Φθινόπωρο του 1999 η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων επενδυτών αντελήφθη βιαίως και επιπόνως ότι το χρηματιστήριο είναι ένα επικίνδυνο παιχνίδι, όπου μπορεί να χάσεις μικρές ή και μεγάλες περιουσίες. Δυστυχώς, δεκάδες χιλιάδες συμπατριωτών μας δοκίμασαν την πικρία της εξαπατήσεως από αετονύχηδες κερδοσκόπους, που κέρδισαν δισεκατομμύρια σε βάρος της συντριπτικής πλειοψηφίας των επενδυτών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ).

Η αλήθεια είναι ότι και το ελληνικό κράτος δεν φρόντισε τότε ούτε επαρκή νομοθεσία να εισάγει για την προστασία του επενδυτικού κοινού, ούτε προειδοποίησε τον μέσο πολίτη περί των κινδύνων που κρύβουν οι χρηματιστηριακές επενδύσεις.

Σήμερα, μετά από μία δεκαετία, το ελληνικό κοινό είναι σαφώς πιο ενημερωμένο, πιο ώριμο και πιο προσεκτικό κατά την ενασχόλησή του με το χρηματιστήριο. Στο πλαίσιο της ενημέρωσης εν δυνάμει επενδυτών στο χρηματιστήριο, στο παρόν σημείωμα αναφερόμεθα σε έναν από τους βασικούς κανόνες των χρηματιστηριακών συναλλαγών στην Ελλάδα, δηλαδή στον κανόνα ότι οι αξιώσεις και τα δικαιώματα από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές παραγράφονται μετά από ένα έτος από τότε που δημιουργούνται.

Παρά το γεγονός ότι τα περισσότερα δικαιώματα στο ελληνικό δίκαιο παραγράφονται μετά από είκοσι (20) έτη, ενώ υπάρχουν και πολλά δικαιώματα που παραγράφονται μετά από πέντε (5) έτη, τα δικαιώματα από την αγορά και την πώληση μετοχών, ομολόγων και άλλων χρηματιστηριακών προϊόντων παραγράφονται μετά από μόλις ένα έτος.

Εάν για παράδειγμα ένας επενδυτής έχει δώσει εντολή στον χρηματιστή του να του αγοράσει συγκεκριμένο αριθμό μετοχών, συγκεκριμένης εταιρείας εισηγμένης στο Χρηματιστήριο, σε ορισμένη τιμή και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οποιαδήποτε αμφισβήτηση περί της εκτελέσεως της συναλλαγής από τον χρηματιστή ή την χρηματιστηριακή εταιρεία πρέπει να λύνεται κατά κανόνα εντός έτους.

Εάν δηλαδή ο επενδυτής θεωρεί ότι ο χρηματιστής του δεν εξετέλεσε πιστά την εντολή του, ή δεν του έχει αποδώσει τις μετοχές, μετά την αγορά τους, ή δεν του έχει αποδώσει το σωστό τιμημα των μετοχών μετά την πώλησή τους, πρέπει εντός έτους από την διενέργεια της συναλλαγής να διευθετήσει το θέμα με τον χρηματιστή του ή να έχει προσφύγει στο δικαστήριο με κατάθεση αγωγής, ασφαλιστικών μέτρων ή άλλου ενδίκου μέσου ή βοηθήματος.

Εάν, από την άλλη πλευρά, μία χρηματιστηριακή εταιρεία εμπιστεύθηκε πελάτη της, που της έδωσε εντολή για αγορά μετοχών, χωρίς να της έχει προκαταβάλει το τίμημα της αγοράς των μετοχών, έχει μόνο ένα έτος προθεσμία για να τον ενάγει στο δικαστήριο, αξιώνοντας τα χρήματα που της οφείλονται.

Αυτά επιβεβαίωσε και το Εφετείο Αθηνών με την υπ’ αριθ. 6244/2004 απόφασή του, στην οποία αντίδικοι ήταν μία ΕΛΔΕ, δηλαδή μία εταιρεία λήψεως και διαβιβάσεως εντολών και ένας πελάτης της, που ενώ της έδωσε παραγγελία να του αγοράσει μετοχές, τελικώς αυτός δεν κατέβαλε το τίμημα για τις μετοχές που η εταιρεία αγόρασε. Σε σχετική αγωγή που ήσκησε η εταιρεία κατά του εντολέα της, το Εφετείο έκρινε ότι «η επίδικη απαίτηση της εταιρείας «Ε. ΕΛΔΕ» κατά της Χ.Ι.Τ., προέρχεται από σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας, η οποία, ως σχετιζόμενη με την ενέργεια και εκτέλεση χρηματιστηριακών πράξεων, αποτελεί χρηματιστηριακή συναλλαγή και γι’ αυτήν δεν εφαρμόζεται η συνήθης εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 του Αστικού Κώδικος, όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά η ειδική ετήσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928, που εφαρμόζεται για κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή ...».

Βλέπουμε εδώ ότι αρχικώς, το Πρωτοδικείο Αθηνών είχε, εσφαλμένως, δεχθεί ότι η συγκεκριμένη αξίωση δεν παρεγράφετο εντός έτους, δικαιώνοντας την χρηματιστηριακή εταιρεία. Το Εφετείο όμως, στο οποίο προσέφυγε ο πελάτης της χρηματιστηριακής εταιρείας, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και δικαίωσε τον πελάτη – εντολέα και όχι την χρηματιστηριακή εταιρεία που δεν είχε ασκήσει την αξίωσή της εναντίον του εντός της προθεσμίας του ενός έτους.    

 

    Χρήστος Ηλιόπουλος είναι

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,

Master of Laws.

e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr